16.5.12

Somethings are meant to be*


Αφορμόμενη απ τη γιορτή της μητέρας μία πολύ παιδική μου φίλη, η Κωνσταντίνα, μου έστειλε ένα μέιλ κ μου ζήτησε να το δημοσιεύσω γιατί της ειχα πει ότι όταν κάτι το γράφω εγώ κ το βλέπω μαζί με τα σχόλια σας κατά κάποιον τρόπο "ξορκίζεται" μέσα μου.
Ήθελε να το ξορκίσει.
Tην περίοδο που θα περιγράψει την είχα ζήσει μαζί της.
Ήθελε γερά νεύρα ακόμα κ για μας που είμασταν απ έξω, πόσο μάλλον γι αυτήν που τότε ήταν κ 15χρονών.


"
Η ζωή μου πάντα ήταν ακριβώς ό,τι ήθελα. Δεν είχα ποτέ παράπονα.
Όχι επειδή ήταν -Η- τέλεια ζωή αλλά μου αρκούσε με το παραπάνω. Οικονομική άνεση στο σπίτι υπήρχε από πάντα δεν μου έλειψε τίποτα υλικό και από αγάπη και φροντίδα άλλο τίποτα.
Δεν είχα αδέρφια και η προστασία έπεφτε όλη πάνω μου. Μεγάλοι οι γονείς μου, μεσήλικες από πάντα ένα πράγμα. Μία γιαγιά γνώρισα ήμουν η μεγάλη της αδυναμία και αυτή η δικιά μου. Οι θείοι μου ενώ είχαν δικά τους παιδιά είχαν μία τρέλλα για μένα. Είχε σπάσει το δόντι μου μία φορά όταν ήμουν τρίτη δημοτικού, απ τα πρώτα δόντια, 15αυγουστο στο εξοχικό στη Λευκάδα και πήγαμε όλοι μαζί, 20 άτομα στο νοσοκομείο, μας κοροίδευαν οι γιατροί, "ένα δόντι έσπασε, δνε μπορούμε να κάνουμε κάτι, θα βγει το άλλο, το καλό". 10 μέρες μετά έπαθε ρήξη χιαστών ο ξάδερφός μου, μόνος με τον μπαμπά του πήγαν στο νοσοκομείο, σαν να ήταν φυσιολογικό και απλό, έμεινε 2 μήνες καθηλωμένος και ποτέ δεν λέγανε τίποτα για την υγεία του όποτε είμασταν όλοι μαζί, το μόνο που άκουγες ήταν "Κωνσταντίνα μου το ένα, Κωνσταντίνα το άλλο, Κωνσταντίνα πρόσεχε, Κωνσταντίνα θα πέσεις, αχ η Κωνσταντίνα δάγκωσε τα χείλη της, μάτωσαν, φέρτε γύψο, φέρτε γιατρούς..."
Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι μήπως έχω κάποια ανίατη ασθένεια και δεν το ήξερα. Πραδόξως, σκεφτόμουνα και μου φαινόντουσταν πολλά πράγματα περίεργα, πάρα πολλά.
Αλλά όχι άσχημα, όχι με την κακή την έννοια απλά ρωτούσα "Μαμά, μπαμπά, συμβαίνει κάτι? Γιατί όλοι ασχολούνται μόνο μαζί μου?" και χαμογελούσαν και έλεγαν "Επειδή είσαι ξεχωριστή". Τι να κάνω και εγώ, κορδωνόμουν. Ήμουν καλή μαθήτρια, σημαιοφόρος, με βραβεία κ διακρίσεις σε ζωγραφική κ κολύμβηση, έλεγε ότι με προσέχουν γιατί περηφανεύονται για μένα.
Το καλοκαίρι πριν το Λύκειο είχαν έρθει 5-6 οικογένειες συμμαθητών μου παρέα διακοπές στη Λευκάδα. Και ένα βράδυ είχε γίνει έντονος καυγάς ανάμεσα σε μένα και έναν συμαθητή μου και αρχή ηταν ένα σχόλιο για την οικογένεια του που ήταν χωρισμένοι οι γονείς και η μαμά του είχε έρθει Λευκάδα με τον καινούριο της φίλο και αυτός μου έλεγε για τους γονείς μου που είναι σαν παπούδες μου. Και αυτή η συζήτηση πήρε μεγάλες διαστάσεις και οι φωνές γινόντουσταν εντονότερες και μου λέει
"Ούτως ή άλλως δεν είναι δικοί σου γονείς, τι ανάγκη έχεις εσυ?"
Έχασα τη γη κάτω απ τα πόδια μου. Κενό κ τα πάντα μαζί.
Η συζήτηση περί υιοθεσίας έγινε λίγη ώρα μετά στο δωμάτιο μου στη Λευκάδα.
Με κλάματα απ όλες τις πλευρές.
Ναι, ήμουν υιοθετημένη.
Για μένα τότε ήταν 15 χρόνια ψέματος, 15 χρόνια με "ξένους" τριγύρω μου.
Την επόμενη μέρα έφυγα μόνη μου, κρυφά, από Λευκάδα, πήγα Αθήνα στη καθηγήτρια των μαθηματικιών μου.
Είχαν καλέσει και την αστυνομία οι γονείς μου τότε και προσωπικούς ντεντέκτιβ για τις λίγες ώρες που είχα φύγει. Μόλις πήγα στην καθηγήτρια μου τους πήρε τηλέφωνο. Έμεινα εκεί για αρκετές μέρες, ερχόντουσταν συνέχεια οι γονείς μου, δεν ήθελα να τους δω, είχαν αρχίσει τα σχολεία και δεν πήγαινα. Όλοι ερχόντουσταν και μου έλεγαν λόγια, λόγια, λόγια, άπειρα λόγια, κάποια λογικά, κάποια παράλογα, τότε μου φαινόντουσταν όλα παράλογα.
Την καθηγήτρια μου αυτήν δεν είναι ότι την αγαπούσα, απλά για μένα ήταν ΟΛΟΙ ξένοι τότε.
Ένιωθα ντροπή, αδικημένη, χαμένη, προδωμένη και λίγο καιρό μετά άρχισα να αισθάνομαι και εγκαταλελειμένη.
Όχι από αυτούς αλλά από τους βιολογικούς μου γονείς.
Και κάπου τότε ήρθε στη ζωή μου η Ζωή.
Μία ψυχολόγος.
Άρνηση και σ αυτό.
Είχα γυρίσει σπίτι εν τω μεταξύ, έτριξα τα δόντια και παρά την ντροπή μου πήγα και σχολείο.
Αισθανόμουν ένα δάχτυλο συνέχεια καρφωμένο πάνω μου να με δείχνει.
Και άκουγα παντού ψιθυρους.
Όλοι οι συγγενείς μου ένιωθα να μου μιλάνε σαν ξένη, όπως τους μιλούσα και εγώ από τότε.
Λίγους μήνες μετά, με την κουβέντα με την ζωή θέλησα να πάω στο κέντρο απ όπου με υιοθέτησαν. Δεν ήταν ελληνικό. Πήγαμε στην Αγγλία. Για να γνωρίσεις τους γονείς σου είναι μία διαδικασία. Μεγάλη διαδικασία. Και μπορεί να μην γίνει και ποτέ.
Στο μεταξύ μου είχε φύγει η έχθρα για τους γονείς μου, τους θετούς.
Την άκουγα την μαμά μου να κλαίει κάθε βράδυ.
Δεν την άφηνα να με ακουμπήσει για μήνες και τα βράδια ερχόταν και με χάιδευε, δεν κοιμόμουν, την ένιωθα και το ήξερα.
Δεν ξαναειπώθηκε τίποτα για εκείνο το θέμα, συνέχιζαμε όλοι μαζί, σαν οικογένεια.
Όχι σαν, οικογένεια είμασταν. Αυτοί τα πέρασαν όλα, αυτοί με μεγάλωσαν ποιος ξέρει με τι αντίτιμο και ποιος ξέρει και οι ίδιοι τι στραυρό κουβαλούσαν όσα χρόνια με είχαν χωρίς να ξέρω ότι δεν είμαι δικό τους παιδί. Και ποιος ξέρει τα άγχη τους για το αν θα βγω εγώ φυσιολογικό παιδί και δεν θα έχω καμία ασθένεια κληρονομική και πόσα άλλα τόσα.
Ένα χρόνο μετά ήρθε η ώρα να γνωρίσω την βιολογική μου μαμά
13 χρόνια μεγαλύτερη μου. Και μοιάζαμε. Βέβαια κατά ένα περίεργο τρόπο αφού έμαθα πάντα έλεγα από μέσα μου "μα πώς αφού είμαι ίδια ο μπαμπάς" και όντως, είμαι ίδια ο μπαμπάς. Και εξωτερικά και εσωτερικά.
Της μιλούσα στο πλυθηντικό. Δεν κλάψαμε και δεν θύμιζε καθόλου το "Πάμε Πακέτο" η συνάντηση. Απλά ήθελα να την δω, ίσως αν την είχα δει όταν το πρωτοέμαθα που ήμουν τυφλωμένη απ όλα τα ανάμεικτα συναισθήματα να γατζωνόμουν πάνω της και να έμενα για πάντα εκεί. Μου είπε την ιστορία της και γιατί έδωσε το πρώτο της παιδί για υιοθεσία. 13 χρονών ήταν, εμένα μόνο αυτό μου έφτανε. Απ ότι έμαθα είχε οικογένεια, 2 μικρά παιδάκια και φαινόταν χαρούμενος άνθρωπος. Όλα της τα συγχωρώ, το μόνο που δεν θα μπορέσω ποτέ να της συγχωρήσω είναι οι λυγμοί που την έπιασαν όταν αποχαιρετιόμασταν. Ήταν η μόνη στιγμή απ τις 4 ώρες που είμασταν μαζί που με έκανε να την νιώσω δικιά μου.

Όλα μετά ήταν ομαλά και ήρεμα. Ποτέ δεν ξαναμιλήσαμε για κάτι τέτοιο. Ούτως ή άλλως δεν ήθελα να τους στεναχωρήσω άλλο τους γονείς μου. Κυρίως την μαμά μου. Ήταν Γονείς με γάμα κεφαλαίο και ίσως επειδή ήμουν υιοθετημένη ήταν και καλύτεροι γονείς, γιατί δεν τους έτυχα, δεν τους ήρθα έτσι όπως θα τους άξιζε να τους έρθει ένα παιδάκι γιατί το ήθελαν, απλά δεν μπορούσαν και κάπου στα 40 έφτασαν στην έσχατη λύση. Ήξερα ότι καρδιοχτυπούσαν όταν πήγα να δω την βιολογική μου μαμά και ήξερα ότι στα γενέθλια των 18 το άγχος τους κορυφωνόταν σιγά-σιγά.
Δεν ξέρω αν μας έκανε καλό ή κακό ότι έμαθα το "μυστικό" τους, δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι μέσα μου για την βιολογική μου μαμά, για τους γονείς μου που με μεγάλωσαν σίγουρα δεν άλλαξε τίποτα, ίσως να έγιναν πιο δυνατά αυτά που ήδη αισθανόμουν.

Όταν έφτασα στις φοιτητικές εστίες στο πανεπιστήμιο στο Παρίσι που θα έκανα το μεταπτυχιακό μέσα στη βαλίτσα είχα βρει ένα σημείωμα
"Την μέρα που ήρθες σπίτι η καρδιά μου συγχρονίστηκε με τη δική σου.Αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ."
"


Από εμένα έχετε πολλά φιλιά απο Αμερική!

12.5.12

Κάποια μέρα*


Οι φωτογραφίες μπορεί να παγώνουν στιγμές, δεν παγώνουν όμως κ τα αισθήματα.
Έχω άπειρες φωτογραφίες με ανθρώπους που δεν θέλω να ξαναδω.

Κ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μπερδεύονται όλοι.
Δεν θέλω να πάθει κακό κανείς, απλά δεν θέλω εγώ να τους ξαναδω.
Δεν υπάρχει μόνο μίσος, υπάρχει κ αδιαφορία.

Έβλεπα μια φωτογραφία που βγήκε πριν 6 χρόνια κ είμαστε σε ασφυκτική αγκαλιά 4 πρόσωπα.
Λίγες μέρες μετά άλλαξαν άρδην τα δεδομένα κ η ασφυχτική αγκαλιά θα μπορούσε άνετα να γίνει μία ασφυχτική θηλιά στο λαιμό αν δεν μπαίναμε φυλακή γι αυτή μας τη πράξη.

Πέρασαν τα χρόνια.
Ξεχάστηκε το πράγμα.
Δηλαδή όχι ότι ξεχνιούνται όλα.
Εγώ ευτυχώς ξεχνάω.
Κ λέω ευτυχώς γιατί όταν θυμάσαι κ πίσω μένεις κ με καχυποψίες μία ζωή θα είσαι κ εμπιστοσύνη δεν θα έχεις κ γενικά όλα τα σκατά θα τα φας εσύ κ ο άλλος μπορεί να κάνει ρη ζωάρα του.

Μου έκανε εντύπωση που την συγκεκριμένη φωτογραφία δεν την είχα πετάξει.
Κ τη γύρισα από πίσω κ έγραφε
"κάποια μέρα θα τα θυμάσαι κ θα γελάς".

Μπορεί να μην γελάω ακριβώς αλλα σίγπυρα χαίρομαι που δεν την πέταξα.
Ούτως ή άλλως δεν περνάνε όλοι οι άνθρωποι απ τη ζωή σου για να μείνουν
ούτε για να γίνουν παραδείγματα να ακολουθήσεις
μερικοί γίνονται παραδείγματα για να αποφύγεις.

17.4.12

Όλα αλλάζουν*


Πολλά πράγματα ενώ δεν τα δεχόμαστε γιατί δεν μας αρέσουν θα πρέπει να είναι σεβαστά.
Ένα από αυτά είναι η θρησκεία.
Δεν είμαι Ορθόδοξη, όπως δεν είναι κ η μαμά μου κ τα αδέρφια μου.
Αλλά θα πρέπει να είναι σεβαστή η θρησκεία ή η μη-θρησκεία του καθενός.

Ακόμα κάτι είναι η αμφίδρομη αγάπη.
Δεν μπορείς να απαιτείς να σε αγαπάει κάποιος,
κ από ένα σημείο κ μετά είναι κ μίζερο να το ζητάς.


Όπως κ η φιλία.
Οπως κ η εμπιστοσύνη.
Ή στα δίνει ο άλλος ή όχι.


Στο μόνο που δεν δέχομαι αντιρρήσεις είναι:

Δέχομαι να φεύγεις

αλλά όταν κ αν γυρίσεις μην περιμένεις όλα να είναι ίδια.

Δεν θα είναι ίδια.
Δεν θα είμαι ίδια.
Ούτε εσύ θα είσαι ίδιος.